Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

ΔΙΑΦΟΡΑ

Στα πλαίσια της διδακτικής επίσκεψης των μαθητών του σχολείου μας στο "ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ" στην Αθήνα καλό είναι να μάθουμε όλοι κάποια πράγματα για τη βυζαντινή τέχνη.
 
                  Με τον όρο Βυζαντινή τέχνη αναφερόμαστε γενικά στην καλλιτεχνική παραγωγή και έκφραση που αναπτύχθηκε την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μεταξύ του 4ου αιώνα και της άλωσης της Κωνσταντινούπολης το 1453. Η βυζαντινή τέχνη θεωρείται πως γεννήθηκε αρχικά στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας Κωνσταντινούπολη, αλλά επεκτάθηκε στο μεγαλύτερο τμήμα του μεσογειακού κόσμου και ανατολικά ως την Αρμενία. Υπήρξε αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης αφενός της αρχαίας ελληνικής παράδοσης και αφετέρου της ανατολικής επίδρασης και θρησκευτικότητας. Με την επικράτηση του Χριστιανισμού, η βυζαντινή τεχνοτροπία χαρακτηρίζεται από τα στοιχεία μιας αμιγώς θρησκευτικής τέχνης, σκοπός της οποίας δεν είναι τόσο η αναζήτηση του κάλλους και της αρμονίας όσο η εσωτερικότητα, ο συμβολισμός και η υποβολή της θρησκευτικής συγκίνησης.
          Η βυζαντινή τέχνη έφθασε στο ύψιστο επίπεδο δημιουργικής δύναμης και πρωτοτυπίας κληροδοτώντας στην ανθρωπότητα έργα διαχρονικής αξίας. Η βυζαντινή τέχνη προήλθε από τη γόνιμη σύζευξη της ελληνορωμαϊκής παράδοσης, των ανατολικών επιρροών και της νέας θρησκευτικής πραγματικότητας του χριστιανισμού, ωστόσο ανέπτυξε μια ξεχωριστή και ευδιάκριτη φυσιογνωμία. Τεράστιο ενδιαφέρον παρουσιάζει η βυζαντινή τέχνη και από ιστορικής άποψης, καθώς καθρεπτίζει με μοναδική καθαρότητα τη σύνθεση του βυζαντινού πολιτισμού από διαφορετικά πολιτισμικά στοιχεία, όλα ενωμένα σε ένα τέλειο μίγμα, όπου το σύνολο είναι κάτι περισσότερο από τα μέρη που το συνθέτουν.
                                  Περίοδοι
     Οι χαρακτηριστικές καλλιτεχνικές μορφές της βυζαντινής τέχνης άρχισαν να αναπτύσσονται στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία από τον 4ο αιώνα. Η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης το 324 συνδέθηκε με τη δημιουργία ενός μεγάλου νέου καλλιτεχνικόυ κέντρου για το ανατολικό μισό της αυτοκρατορίας και ειδικότερα ένα κέντρο με έντονα χριστιανικά στοιχεία. Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις βασικές περιόδους της βυζαντινής τέχνης:
* παλαιοχριστιανική τέχνη και πρωτοβυζαντινή περίοδος(4ος-7ος αιώνας) 324 - 610
* εικονομαχία και μεσοβυζαντινή τέχνη (8ος-12ος αιώνας)
* περίοδος των Παλαιολόγων και ύστερη βυζαντινή τέχνη (13ος-15ος αιώνας).
         Παλαιοχριστιανική και Πρωτοβυζαντινή τέχνηΗ πρώτη περίοδος της βυζαντινής τέχνης αποτελεί ένα μεταβατικό διάστημα και χαρακτηρίζεται κατά συνέπεια από μία συνύπαρξη της ρωμαϊκής παράδοσης με τα πρότυπα της ύστερης αρχαιότητας και των χριστιανικών επιδράσεων. Χαρακτηριστική μορφή έκφρασης της παλαιοχριστιανικής αρχιτεκτονικής τέχνης, αποτελεί ένας νέος ρυθμός εκκλησιαστικού ναού, η βασιλική, που συναντάται σε τρεις μορφές, δρομική βασιλική, βασιλική με εγκάρσιο κλίτος και σταυροειδής βασιλική και η οποία στα χρόνια του Ιουστινιανού συνοδεύεται και από την παρουσία τρούλου. Η κατασκευή της Αγίας Σοφίας αποτελεί ίσως το σπουδαιότερο δείγμα, πρότυπο για όλους τους μεταγενέστερους βυζαντινούς ναούς αλλά και σύμβολο εξουσίας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο ημισφαιρικός τρούλος της, στηρίζεται σε τέσσερις ογκώδεις πεσσούς, με τη βοήθεια τεσσάρων ημικυκλικών τόξων. Άλλα σημαντικά κτίσματα επί βασιλείας Ιουστινιανού είναι η βασιλική της Αγίας Ειρήνης και οι ναοί των Αγίων Αποστόλων και Αγίου Ιωάννη στην Έφεσο.
            H τέχνη της Πρώιμης Βυζαντινής περιόδου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της καλλιτεχνικής δημιουργίας στο Βυζάντιο. Bασικό χαρακτηριστικό της τέχνης των δύο πρώτων αιώνων, μετά την αναγνώριση του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας του ρωμαϊκού κράτους, υπήρξε ο συγκερασμός του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού και του χριστιανικού πνεύματος. Kορύφωμα της Πρώιμης βυζαντινής τέχνης υπήρξε η εποχή του Iουστινιανού A' (527-565). Στη διάρκειά της συντελέστηκε η ουσιαστική σύνθεση των στοιχείων εκείνων που χαρακτήρισαν την καλλιτεχνική δραστηριότητα στους επόμενους αιώνες, δηλαδή της μεγαλοπρέπειας, της αρμονίας και του μέτρου.
"Aπό τους πολυάριθμους ευρωπαϊκούς πολιτισμούς που η αισθητική μας θεωρεί τα μνημεία τους μεγάλα, η βυζαντινή εικαστική τέχνη ήταν η πρώτη που ανακάλυψε την αρχή της ερμηνείας, αντί της αναπαράστασης των νοητών φαινομένων, πράγμα που στην εποχή μας αποτελεί βάση κάθε καλλιτεχνικής δημιουργίας"
 
Στη ζωγραφική, αν και διατηρείται αρχικά η ελληνιστική θεματολογία (τοπία και συμβολικές αναπαραστάσεις), σταδιακά -- και ειδικότερα στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας -- αρχίζουν να διακρίνονται και αυστηρά θρησκευτικά θέματα. Χαρακτηριστικό δείγμα παλαιοχριστιανικής ζωγραφικής αποτελούν οι εικόνες, οι τοιχογραφίες και τα διακοσμητικά ψηφιδωτά διαφόρων ναών. Ειδικότερα τα τελευταία, αν και είχαν πρωτοεμφανιστεί και διαμορφωθεί κατά τον 5ο αιώνα π.Χ., κατά τη βυζαντινή περίοδο θεωρείται πως φθάνουν στην μεγαλύτερη ακμή τους. Αρχικά γινόταν χρήση των ψηφιδωτών για την κάλυψη επιφανειών, όπως δαπέδων κατοικιών, ανακτόρων ή ναών καθώς και εσωτερικών τοίχων των εκκλησιαστικών ναών.
         Η θεματολογία της διακόσμησης περιλαμβάνει κυρίως θρησκευτικά σύμβολα και θέματα από την Αγία Γραφή, ενώ σπανιότερα απεικονίζονται μυθολογικά αλληγορικά θέματα. Χαρακτηριστικά δείγματα ψηφιδωτών βρίσκονται στο Μαυσωλείο της κόρης του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στο ναό της Αγίας Μαρίας της Μείζονος και του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη, στο Βαπτιστήριο της Μητροπόλεως στη Νεάπολη αλλά και στο Μαυσωλείο της Γκάλα Πλακιδίας στη Ραβέννα.
         H εποχή του Iουστινιανού A' (527-565) υπήρξε το κορύφωμα της Πρώιμης Βυζαντινής τέχνης. Στη διάρκειά της συντελείται η ουσιαστική σύνθεση των στοιχείων εκείνων που θα αποτελέσουν τη βυζαντινή τέχνη: το ρωμαϊκό ιδεώδες της μεγαλοπρέπειας και τεχνικής δεξιοτεχνίας, η ελληνική αίσθηση της αρμονίας και του μέτρου, το ανατολικό πνεύμα της διακοσμητικότητας και φαντασίας.
 
   Στον τομέα της αρχιτεκτονικής κάνει την εμφάνισή του ένας νέος αρχιτεκτονικός τύπος, η τρουλαία βασιλική, ενώ σταδιακά τα επιμέρους αρχιτεκτονικά στοιχεία θα απομακρυνθούν από τις παραδόσεις της κλασικής και ελληνιστικής αρχαιότητας. Nέες τάσεις εμφανίζονται και στη γλυπτική, που χαρακτηρίζεται από την απομάκρυνση από τα φυσιοκρατικά πρότυπα των προηγούμενων αιώνων και τη στροφή προς ένα πιο διακοσμητικό ύφος. Σημαντικά επιτεύγματα επίσης έχει να επιδείξει η περίοδος στην τέχνη του ψηφιδωτού, των εικόνων, και των εικονογραφημένων χειρογράφων.
       Tέλος, μοναδικής ομορφιάς και τεχνικής τελειότητας είναι τα έργα μικροτεχνίας, αντικείμενα από ελεφαντοστό και πολύτιμα μέταλλα, που σώζονται μέχρι τις μέρες μας.
       Παράλληλα με την αρχιτεκτονική και την ζωγραφική, αναπτύσσεται και η μικροτεχνία με βάση υλικά όπως το ελεφαντόδοντο, το χρυσάφι ή το ασήμι, αν και δεν διασώζεται σήμερα μεγάλο μέρος δημιουργιών αυτού του είδους.
                    Μεσοβυζαντινή περίοδος
    Η περίοδος που ξεκίνησε με τη βασιλεία του Ηρακλείου, το 610, και κατέληξε με την άνοδο στο θρόνο της δυναστείας των Μακεδόνων, το 867,αποτελεί μια μεταβατική εποχή για το Βυζάντιο. Οι δύο αιώνες μετά τον Ιουστινιανό και κυρίως το διάστημα 640-843 ονομάζονται στην τέχνη Πρωτοβυζαντινή περίοδος, ορολογία που χρησιμοποιείται με σκοπό να φανερώσει το τέλος της υστερορωμαϊκής παράδοσης και την απαρχή της νέας εποχής, όπου κυριάρχησε η αυστηρά δομημένη, υπερβατική μορφή της τέχνης. Τόσο η διαμάχη που προκάλεσε η μονοενεργητική-μονοθελητική αίρεση όσο και η εικονομαχική έριδα επηρέασαν έντονα την τέχνη και στάθηκαν αφορμή για την πλούσια συγγραφική παραγωγή του πνευματικού κόσμου.
    Tην περίοδο 730-843 η βυζαντινή αυτοκρατορία κλονίζεται από τις έριδες σχετικά με τη λατρεία των θείων μορφών και την απεικόνισή τους στην τέχνη. Στα πλαίσια αυτών, πολλές εικόνες και τοιχογραφίες καταστρέφονται ή αντικαθίστανται από άλλες, με αποκλειστικά διακοσμητικά θέματα, που περιλαμβάνουν την απεικόνιση ζώων, πτηνών, ή γεωμετρικών μορφών καθώς και σταυρών. Μετά την εικονομαχία στην αγιογράφηση των ναών, εφαρμόζεται ένας κοινός κανόνας, αν και όχι πάντα με την ίδια ακρίβεια. Συγκεκριμένα, κάθε μέρος του ναού αποκτά μία συγκεκριμένη συμβολική σημασία και κατά συνέπεια και μία ξεχωριστή θεματολογία στην εικονογράφηση. Κατά αυτό τον τρόπο, στον τρούλο απεικονίζεται ο Θεός που περιβάλλεται από τους Προφήτες ενώ στην αψίδα παριστάνεται η Παναγία είτε κρατώντας το θείο βρέφος είτε μόνη. Στο δεύτερο μισό του 9ου αιώνα και κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα, σημαντική άνθηση γνωρίζουν και τα εικονογραφημένα χειρόγραφα, με μικρογραφίες που διακοσμούν τα θρησκευτικά κυρίως κείμενα.

   Από την περίοδο 610-867 σώζονται λίγες εικόνες. Αξίζει να παρατηρήσει κανείς ότι η συμβολή της εικονομαχικής περιόδου είναι αναμφίβολη στη διαμόρφωση του ρόλου των θρησκευτικών εικόνων.   
Kατά την ίδια περίοδο, η παραγωγή των εικόνων συνεχίστηκε σε περιοχές έξω από το βυζαντινό κράτος, όπου δεν ίσχυαν τα διατάγματα των εικονοκλαστών, γιατί οι περιοχές αυτές βρίσκονταν υπό αραβική κυριαρχία. Το Σινά αποτελεί το μοναδικό κέντρο, όπου η παραγωγή εικόνων, και επομένως και η εξέλιξή τους, δε σταμάτησε ποτέ. Εκεί σώζονται εικόνες που χρονολογούνται στον 7ο και 8ο αιώνα.
     Την περίοδο της ύφεσης που παρατηρήθηκε στα χρόνια της εικονομαχίας, διαδέχεται η μεγάλη ακμή της βυζαντινής τέχνης στα χρόνια της Μακεδονικής δυναστείας. Σε αυτή την περίοδο, αναπτύσσεται ιδιαίτερα η αρχιτεκτονική, ενώ επικρατεί ο σταυροειδής με τρούλο ναός, χωρίς να απουσιάζει ωστόσο και ο προγενέστερος τύπος της βασιλικής. Οι εκκλησιαστικοί ναοί διακρίνονται από μεγαλύτερη κομψότητα και είναι λιγότερο λιτοί, χωρίς όμως να αποκλίνουν από τον κυρίως σκοπό της πρόκλησης μίας πνευματικής ανάτασης στους πιστούς. Ένας ακόμα τύπος που εμφανίζεται αυτή την περίοδο είναι ο οκταγωνικός, του οποίου η ονομασία προέρχεται από τη στήριξη του τρούλου που είναι οκταγωνική. Οι ναοί αυτοί διακρίνονται στον ηπειρωτικό και τον νησιωτικό οκταγωνικό τύπο, ονομασίες που προέρχονται από το γεγονός πως τα ανάλογα μνημεία που έχουν σωθεί βρίσκονται στην ηπειρωτική και την νησιωτική Ελλάδα αντίστοιχα. Τα υλικά που κυριαρχούν είναι οι πλίνθοι και οι ακατέργαστες ή λαξευμένες πέτρες, υλικά που εναλλάσσονται προσδίδοντας ένα χαρακτηριστικό αισθητικό αποτέλεσμα.
     Η γλυπτική τέχνη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αρχιτεκτονική και τα περισσότερα έργα που έχουν διασωθεί αποτελούν τμήμα αρχιτεκτονικών κτισμάτων. Τα θέματα των γλυπτών είναι κυρίως γεωμετρικά με έντονα διακοσμητικό χαρακτήρα, ενώ σπανιότερα απεικονίζονται και ανθρώπινες μορφές.
     Την Μακεδονική δυναστεία διαδέχτηκε η δυναστεία των Κομνηνών (1057-1185) και συγχρόνως μια δεύτερη περίοδο αναγέννησης της βυζαντινής τέχνης. Το σημαντικότερο ίσως έργο αυτής της περιόδου είναι η βασιλική του Αγίου Μάρκου στη Βενετία, έργο που ξεκίνησε το 1063.
         Υστεροβυζαντινή περίοδος     Η ύστερη βυζαντινή τέχνη οριοθετείται από την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους και εκτείνεται χρονικά ως την άλωση της. Την περίοδο αυτή, το Βυζάντιο παύει να αποτελεί το ισχυρό πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο της μεσοβυζαντινή εποχή.
    Οι αρχιτεκτονικοί τύποι δεν διαφοροποιούνται αισθητά από τα παραδείγματα των προγενέστερων εποχών. Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η μεγαλύτερη ποικιλομορφία, η οποία εκδηλώνεται με τη δημιουργία συνδυαστικών τύπων. Τα είδη ναών που απαντούν κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο είναι η βασιλική, ο σταυροειδής εγγεγραμμένος τύπος με τρούλο, ο οκταγωνικός, ο μικτός τύπος και ο σταυρεπίστεγος. Επιπλέον, σε ορισμένα μνημεία, αναγνωρίζονται μορφολογικές επιδράσεις της γοτθικής αρχιτεκτονικής που οφείλονται κυρίως στην επιρροή των Φράγκων, με χαρακτηριστικότερο στοιχείο τις οξυκόρυγες αψίδες.
    Οι εικονογραφίες της εποχής ακολουθούν τα πρότυπα της μεσοβυζαντινή εποχής, ενώ παράλληλα εμπλουτίζονται προοδευτικά με θέματα από την παιδική ηλικία και τα πάθη του Χριστού ή το βίο της Παναγίας. Συνηθίζεται επίσης η χρήση παραστάσεων της Παλαιάς Διαθήκης που θεωρούνται ότι προεικονίζουν την Καινή Διαθήκη.
   Στη ζωγραφική αυτής περιόδου, εμφανίζονται πιο έντονα φυσιοκρατικά στοιχεία, ενώ αρκετοί καλλιτέχνες επιδιώκουν σταδιακά μία περισσότερο υποκειμενική απόδοση των παραδοσιακών θεμάτων που αναπτύσσουν, με αποτέλεσμα να τονίζονται οι εκφράσεις των προσώπων ή οι κινήσεις των μορφών που απεικονίζονται. Κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο η τέχνη της φορητής εικόνας φτάνει στη μεγαλύτερή της ακμή, με πολλές εικόνες να σώζονται μέχρι σήμερα.
  H Δυναστεία των Παλαιολόγων που ξεκινά το 1259, αποτελεί ίσως την τελευταία άνθηση της βυζαντινής τέχνης, κυρίως διότι κατά αυτή την περίοδο εντείνεται η αλληλεπίδραση μεταξύ βυζαντινών και Ιταλών καλλιτεχνών.

     Η Ζωγραφική τέχνη στο Βυζάντιο εκφράστηκε με τις μικρογραφίες (πάνω σε ιερά και όχι μόνο βιβλία), με τα ψηφιδωτά, τις τοιχογραφίες, τις φορητές εικόνες και τα ψηφιδωτά δάπεδα. Μετά την Εικονομαχία καθιερώνεται για την αγιογράφηση των ναών ένα πρόγραμμα-κανόνας που εφαρμόζεται σε όλους τους ναούς του βυζαντινού κόσμου, όχι όμως πάντα με την ίδια ακρίβεια. Κάθε μέρος του ναού έχει συμβολική σημασία γι΄ αυτό θα έχει και ειδική εικονογράφηση. Ο τρούλος συμβολίζει τον ουρανό με τον Παντοκράτορα περιστοιχισμένο από αγγέλους ή προφήτες. Στην αψίδα του ιερού η Θεοτόκος ανάμεσα στους αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ, άλλοτε ορθή Δεομένη, άλλοτε καθιστή Βρεφοκρατούσα. Πιο κάτω, στην αψίδα, εικονίζεται η Κοινωνία των Αποστόλων. Στα λοφία του τρούλου οι Ευαγγελιστές και γύρω στους τοίχους του ναού και του νάρθηκα οι Δεσποτικές Εορτές. Στα άλλα μέρη του ναού οι άγιοι: μάρτυρες, διάκονοι, επίσκοποι, πολεμικοί άγιοι. Παραδείγματα αυτού του εικονογραφικού προγράμματος διατηρούνται στον Όσιο Λουκά στη Φωκίδα, στη Νέα Μονή της Χίου και στην εκκλησία του Δαφνίου στην Αττική.
     Τα ψηφιδωτά  Τα ψηφιδωτά, καθώς προχωράμε στη μελέτη της παλαιοχριστιανικής αρχιτεκτονικής, είναι ένα άλλο αξιόλογο χαρακτηριστικό της διακόσμησης των ναών. Πρόκειται βέβαια για έναν τύπο δημιουργίας που είχε πρωτοεμφανιστεί και διαμορφωθεί τον 5ο πΧ αιώνα, παρόλα αυτά όμως στο Βυζάντιο έφτασε στην τελείωσή του. Αρχικά γινόταν χρήση των ψηφιδωτών για την κάλυψη επιφανειών, όπως δαπέδων κατοικιών, ανακτόρων, ναών και εσωτερικών τοίχων των χριστιανικών ναών. Τα ψηφιδωτά των δαπέδων ακμάζουν κατά τους αιώνες 4ο, 5ο και 6ο.
      Διακοσμητικά θέματα έχουν, πλην του σταυρού και των θεμάτων από την Αγία Γραφή, τα γεωμετρικά σχέδια, φυτά, ζώα με συγκεκριμένες σκηνές κυνηγιού και αλληλοεξόντωσης, ακόμη και μυθολογικά θέματα συμβολικά και αλληγορικά. Τα ψηφιδωτά των τοίχων των ναών θα δώσουν τη μεγαλύτερη άνθιση στο είδος και καθώς συγκρινόμενα με τη ζωγραφική είναι συνθέσεις δύσκολες στην εκτέλεση αλλά και δαπανηρές γι' αυτούς που επιθυμούν την απόκτησή τους, θα βρουν πρόσφορο έδαφος εξαιτίας και των πολιτικών εξελίξεων και της κατίσχυσης του Χριστιανισμού στη Μεσόγειο των παλαιοχριστιανικών χρόνων.
   Το χαρακτηριστικό των δημιουργών των ψηφιδωτών αυτών είναι ότι προσπαθούν και το κατορθώνουν να αποδώσουν την πνευματική περισσότερο υπόσταση των μορφών έναντι της σωματικής-υλικής, με έναν τρόπο υπερβατικό και με τονισμό των ματιών, κέντρου του ανθρώπινου ψυχισμού. Χαρακτηριστικά δείγματα ψηφιδωτών της δυτικής τέχνης είναι το Μαυσωλείο της κόρης του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο ναός της Αγίας Μαρίας της Μείζονος και του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη, το Βαπτιστήριο της Μητροπόλεως στη Νεάπολη, το Μαυσωλείο της Γκάλα Πλακιδίας στη Ραβέννα.
   Η βυζαντινή τέχνη είναι μια καθαρά θρησκευτική τέχνη και διακρίνεται για τον εσωτερισμό, το συμβολισμό, την υπερβατικότητα αλλά και τη συμβατική χρήση των μέσων έκφρασης. Ο συμβατισμός αυτός στηρίζεται σε δυο βασικά γνωρίσματα , 1ο, την αποδοχή τρόπων έκφρασης από την αρχαιότητα που δίνει έμφαση στην φυσική παρουσία της φιγούρας σαν μέσου έκφρασης και διατύπωσης μηνυμάτών και 2ο, κάτω από ανατολίτικες επιδράσεις, τη μεταμόρφωση των αρχαίων τύπων για χάρη μιας συμβολικής και υπερβατικής αποτίμησης της φιγούρας.
   Στη μακραίωνη ιστορία της βυζαντινής τέχνης τα δύο αυτά χαρακτηριστικά βρίσκονται συχνά αντιμέτωπα ο εξωτερικός με τον εσωτερικό πνευματικό κόσμο, το ορατό με το αόρατο ασώματο, το φυσικό με το υπερφυσικό, πάντοτε όμως υπερισχύει το εσωτερικό.

  ΄Ομως η φύση και ο ορατός κόσμος δεν έχουν σοβαρή θέση στη βυζαντινή τέχνη. Ο χώρος στερείται προοπτικής και βάθους δέντρα, σπίτια, πόλεις αποδίδονται σχεδιαγραμματικά συνοπτικά. Στην προσπάθειά της να εξαΰλωση το φυσικό κόσμο η βυζαντινή τέχνη στοχεύει στη μεταβολή του φυσικού κόσμου σε σύμβολα, με την επιπεδοποίηση του όγκου την κατάργηση του βάρους τη μετωπικότητα, την καταστολή του προσωπικού συναισθήματος κτλ.

    Πράγματι οι πολύ συγκρατημένες κινήσεις και χειρονομίες το πολύ αυστηρό πνευματικό και υπερκόσμιο ύφος στα πρόσωπα ακόμη και στις δραματικές ή τραγικές σκηνές είναι στοιχεία που δεν επιτρέπουν την έκφραση προσωπικού έντονου συναισθήματος χαράς, λύπης, απόγνωσης, γιατί αυτές οι ψυχικές εκδηλώσεις ταιριάζουν μόνο στη ν παρούσα πρόσκαιρη ζωή, όχι όμως στην αιώνια.

- «... ‘Ενθα ούκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός αλλά ζωή ατελεύτητος». Αρκετά από τα αυστηρά χαρακτηριστικά της βυζαντινής τέχνης κάνουν την εμφάνισή τους από τους πρώτους κιόλας αιώνες της χριστιανικής τέχνης, ενώ εκτοπίζουν σταδιακά τα δανεισμένα από την ειδωλολατρία στοιχεία μολονότι ποτέ δεν θα μπορέσουν να τα εξοστρακίσουν τελείως. Οι αρχαίοι τύποι έκφρασης θα κάνουν συχνό την εμφάνισή τους, όπως για παράδειγμα στους χρόνους του Ιουστινιανού και στους χρόνους του Κωνσταντίνου VII του Πορφυρογέννητου που ενθαρρύνει τις κλασικές σπουδές.

  ‘Υστερα από τις πρώτες «εκκλησίες» που στεγάζονταν στις κατακόμβες, οι πρώτοι ναοί κτίζονται στο πρότυπο της ρωμαϊκής βασιλικής ενός στενόμακρου οικοδομήματος, ή στα περίκεντρα κυκλικά οικοδομήματα των ρωμαϊκών χρόνων. ‘Ενας μάλιστα τύπος βυζαντινής βασιλικής, όπως είναι η Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη, στολίζεται με τρούλο. Αργότερα αναπτύσσονται κι άλλες ποικίλες κατόψεις που βασίζονται στο σχήμα του σταυρού που συνδυάζουν βαρελοειδείς θόλους, κεντρικό μεγαλοπρεπή τρούλο κι όμορφα επιβλητικά καμπαναριά.

   Ενώ οι πρώτες παραστάσεις περιορίζονται σε διάφορα σύμβολα, στον ΙΧΘΥ, την άγκυρα, το παγώνι, την άμπελο και σε άλλα, όπως η συμβολική φιγούρα του καλού ποιμένα ή άλλες ολιγοπροσωπες και δίχως σύνδεση παραστάσεις, στους βυζαντινούς χρόνους οι συνθέσεις γίνονται πολυπρόσωπες και κοσμούν όλο το εσωτερικό των νοών. Είναι ψηφιδωτά και τοιχογραφίες με σκηνές από τη ζωή του Χριστού, της Παναγίας, των Αγίων της εκκλησίας, σκηνές από την Παλαιά Διαθήκη, από τα απόκρυφα συγγράμματα κτλ.

    Πλάι στις μνημειακές αυτές συνθέσεις που συναντούμε σ’ όλο το χριστιανικό κόσμο, τη Ραβέννα και την Ιταλία, την Κωνσταντινούπολη, τις Σλαβικές χώρες, την Ελλάδα, Μικρά Ασία, τα νησιά και την Κύπρο, τη χριστιανική Ανατολή ως τη μακρινή Ρωσία, είναι και φορητή εικόνα με ανάλογες παραστάσεις όπως και στις μνημειακές συνθέσεις που αποτελούν μάλιστα αντικείμενα λατρείας.
Η αργυροχοία , χρυσοχοΐα, η υφαντική-κεντητική, αλλά και το ξυλόγλυπτο, απλό ή επιχρυσωμένο, είναι κλάδοι που ανθούν στα βυζαντινά χρόνια και συνδέονται άμεσα με την εκκλησία. Τις τέχνες αυτές συναντούμε στα ιερά σκεύη, στα άμφια, στα περίτεχνα ξυλόγλυπτα εικονοστάσια, προσκυνητάρια, θρόνους, άμβωνες κτλ.

   Ενώ η ελληνιστική τέχνη και αργότερα η ρωμαϊκή απελευθερώνει τον καλλιτέχνη, σε κάποιο βαθμό, από την αποκλειστική εξυπηρέτηση της θρησκείας, η εμφάνιση του Χριστιανισμού στα ρωμαϊκά χρόνια βάζει ξανά την τέχνη κάτω από τη σφαίρα επιρροής της θρησκείας, από τα πρώτα κιόλας χρόνια. Τους πρώτους αιώνες της παλαιοχριστιανικής τέχνης θα ακολουθήσουν, τον 4ο αιώνα ως το 15ο αιώνα, η βυζαντινή τέχνη που θα επιβιώσει ως τις μέρες μας, πολύ εξασθενημένη φυσικά, ως βυζαντινή παράδοση.

   Η χριστιανική αρχιτεκτονική εκδηλώνεται για πρώτη φορά με τους πρώτους μεγάλους ναούς της Χριστιανοσύνης που εμφανίζονται στη Ρώμη, όταν πια η θρησκεία επισημοποιείται. Αυτές οι εκκλησίες βασίζόνται σε περίκεντρα σχέδια και στο ρωμαϊκό σχέδιο της μακρόστενης βασιλικής. Με την Αγία Σοφία που κτίζει ο Ιουστινιανός στα 532-7 στο Βυζάντιο, λύνεται ένα σπουδαίο αρχιτεκτονικό πρόβλημα, η στήριξη ενός ημισφαιρικού τρούλου πάνω σε τετράγωνη βάση. Η Αγία Σοφία σύντομα γίνεται το σύμβολο της Χριστιανοσύνης, εγκαινιάζει μια λαμπρή περίοδο αρχιτεκτονικής δραστηριότητας και δίνει μάλιστα ένα πρότυπο σχέδιο για μίμηση.

   ‘Ομως κι άλλα σχέδια εκκλησιών εμφανίζονται εκτός από τη βασιλική με τρούλο. Ο τύπος που τελικά επικρατεί στο δεύτερο μισό του 9ου αιώνα είναι ο σταυροειδής με τρούλο, το σχέδιο που έχει στην τετραγωνική του κάτοψη εγγεγραμμένο τον ελληνικό σταυρό, με δύο βαρελοειδείς θόλους να τέμνονται και να σχηματίζουν σταυρό στο δε σημείο της τομής τους να υψώνεται τρούλος, όπως είναι για παράδειγμα η μικρή εκκλησία του Οσίου Λουκά στη Φωκίδα (11ος αι.)
    Στους πολύ πλούσιους ναούς τα δάπεδα, οι κολόνες και σι τοίχοι κοσμούνται με ακριβά πολύχρωμα μάρμαρα, ενώ εξωτερικά οι τοίχοι και τα ανοίγματα των παραθύρων, τα καμπαναριά κτλ. διακοσμούνται με κεραμοπλαστικά στολίσματα. Πρόσθετη ομορφιά προσδίδουν τα μονόλοβα, δίλοβα ή τρίλοβα παράθυρα στους τοίχους και τα μικρότερα παράθυρα στο τύμπανο του τρούλου που αφήνουν το φως να λούζει μυστηριακά το εσωτερικό της εκκλησίας.
   Παράλληλα με τη διακόσμηση του εσωτερικού με μάρμαρα και άλλα αρχιτεκτονικά μέσα, οι εκκλησίες στολίζονται με ζωγραφιές, τοιχογραφίες και ψηφιδωτά, με ξυλόγλυπτα εικονοστάσια, θρόνους και προσκυνητάρια, με φορητές εικόνες και άλλα. Οι παραστάσεις από ψηφιδωτά και τοιχογραφίες ιεραρχούνται και έχουν τη δική τους Θέση ανάλογα με το τι απεικονίζουν. Ψηλά στον τρούλο είναι η μορφή του Χριστού-Παντοκράτορα: στο θόλο ή ψηλά στους τοίχους σκηνές από τη ζωή του Χριστού και της Παναγίας, πιο χαμηλά παραστάσεις αγίων κτλ., ενώ στο τεταρτοσφαίριο του ιερού απεικονίζεται η Θεοτόκος δεόμενη, όρθια με υψωμένο τα χέρια ή καθιστή σε θρόνο.
    Η χριστιανική τέχνη γενικά από την πρώτη κιόλας φάση της, την παλαιοχριστιανική, παρουσιάζεται λιτή, συμβολική, εσωτερική. Κι αυτό είναι απόλυτα κατανοητό, γιατί η νέα θρησκεία προετοιμάζει τον άνθρωπο για την πραγματική, αιώνια ζωή που είναι πνευματική, άυλη και υπερκόσμια. Μερικά από τα πιο γνωστά σύμβολα που πρώτο χρησιμοποιήθηκαν και που επέζησαν για αιώνες είναι ο ιχθύς, το μονόγραμμα Χ Ρ, η άγκυρα, το πλοίο, η άμπελος, ο καλός ποιμήν κτλ. ‘Οσο κι αν η νέα θρησκεία είναι διαμετρικά αντίθετη προς την κρατούσα ειδωλολατρική κι όσο κι αν η χριστιανική τέχνη θέλει να εκφράσει μια κοσμοθεωρία με καινούρια εικαστική γλώσσα, αυτό δε θα το πετύχει ολοκληρωτικά κι απόλυτα, σχεδόν ποτέ, πολύ δε περισσότερο στους πρώτους αιώνες. Οι τύποι της αρχαιότητας θα κάνουν πάντα την εμφάνισή τους, ανεπαίσθητα ή αισθητά και θα σμίγουν με τους νέους τύπους.
  ‘Ετσι οι τοιχογραφίες, τα ψηφιδωτά και οι ανάγλυφες σαρκοφάγοι του 3ου και 4ου αιώνα, ιδίως στη Δύση (Ρώμη), αποκαλύπτουν ακριβώς μια παλαιοχριστιανική τέχνη όχι απλώς επηρεασμένη αλλά βασισμένη σε παγανιστικά πρότυπα. Ο Χριστός για παράδειγμα στα πρώτα αυτά έργα παριστάνεται νεαρός και αγένειος σαν αρχαίος έφηβος. Σ’ ένα μάλιστα ψηφιδωτό, αρχές 4ου αι., στο υπόγειο του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη, ο Χριστός παριστάνεται σαν ήλιος σε άρμα που σέρνουν άλογα, μια ακόμα έκδοση του Απόλλωνα, ενώ παραστάσεις του «Καλού Ποιμένα» Θυμίζουν το «Μοσχοφόρο» της αρχαϊκής τέχνης· άλλες παραστάσεις του Δαβίδ με το λιοντάρι έλκουν μια μακρινή καταγωγή από τη Μεσοποταμία μέσω της αρχαίας Ελλάδας. Ακόμα και οι απεικονίσεις αγίων Θυμίζουν αρχαίους φιλοσόφους.
 
πηγή: http://www.istoriatexnis.1sweethost.com/byantini.htm
Μπορείτε να βρείτε αρκετές πληροφορίες για τη Βυζαντινή τέχνη εδώ: http://www.xanthi.ilsp.gr/istos/
  

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

  Την περίοδο αυτή διενεργείται σε όλα τα σχολεία της χώρας το πρόγραμμα Ε.Υ.ΖΗ.Ν του Υπουργείου Παιδείας με ευθύνη της Διεύθυνσης Φυσικής Αγωγής.
Το πρόγραμμα είναι υποχρεωτικό για όλους τους μαθητές και φυσικά ανώνυμο.
Οι γονείς/κηδεμόνες δηλώνουν συμφωνία ή άρνηση μόνο για συγκεκριμένη άσκηση (παλίνδρομο τεστ) που θα διενεργήσει ο εκπαιδευτικός Φυσικής Αγωγής του κάθε σχολείου.
  Στόχος του προγράμματος είναι να διασφαλίσει την υγιή και ισορροπημένη ανάπτυξη των παιδιών και να δώσει στοχευμένες οδηγίες σε μαθητές και γονείς ,διασφαλίζοντας πάντα την ανωνυμία αλλά και σεβόμενοι την προσωπικότητα του κάθε παιδιού.
  Το πρόγραμμα διεξάγεται υπό την επιστημονική παρακολούθηση του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου.

                                                                          Από τη Διεύθυνση του Σχολείου
Σήμερα οι μαθητές των Ε΄ και ΣΤ΄ τάξεων του σχολείου συμμετείχαν στο διαγωνισμό Μαθηματικών "παιχνίδι και Μαθηματικά" του περιοδικού " Ο μικρός Ευκλείδης".
τα θέματα των εξετάσεων  θα τα βρείτε στην ιστοσελίδα:
http://www.hms.gr/node/802
 

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

ΧΕΛΙΔΟΝΙΣΜΑΤΑ (έθιμο της 1ης του Μάρτη)

Πανάρχαιο έθιμο, ζωντανό μέχρι σήμερα σε αρκετά χωριά του Νομού μας.
Τα χελιδονίσματα εί
ναι γνωστά σε όλο το νομό Σερρών. Οι Λαογράφοι τα συνδέουν με τα Αρχαία χελιδονίσματα. Το τραγούδι, μάλιστα, ξεκινάει με τον ίδιο στίχο:

«ήλθε ήλθε χελιδών καλάς ώρας άγουσα, καλούς ενιαυτούς, επί γαστέρα λευκά, επί νώτα μέλιανα…»

Το έθιμο πέρασε στους Βυζαντινούς χρόνους, διασώθηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπως περιγράφει η Άννα Τριανταφυλλίδου στα Μακεδονικά ηθογραφήματα «Άλλοι καιροί» στην πόλη των Σερρών και έφτασαν στις μέρες μας.

Το πρωί της 1ης Μαρτίου τα παιδιά (αγόρια και κορίτσια),κρατώντας ένα ξύλινο ομοίωμα της χελιδόνας πλημμυρίζουν τους δρόμους τραγουδώντας: «Χελιδόνα έρχεται απ’την Μαύρη θάλασσα….» και μοιράζουν τους γνωστούς «Mάρτηδες» (στριφτό νήμα από κόκκινη και άσπρη κλωστή) για να μη μας «πιάνει» ο Μάρτης. Που σημαίνει ότι οι αχτίδες του Μαρτιάτικου ήλιου είναι τόσο καυτές που κινδυνεύουμε να μαυρίσουμε. Και δεδομένου στην παράδοση ότι οι γυναίκες έπρεπε να είναι «αφράτες» και «άσπρες» σαν το γάλα, έπρεπε να φυλαχθούν.

Η συνήθεια να δένουμε στο χέρι μας την ασπροκόκκινη κλωστή «για να μη μας κάψει ο Μάρτης», οι λαογράφοι την συνδέουν με την «κρόκη» που οι μύστες των Ελευσίνιων Μυστηρίων έδεναν στο πόδι ή στο χέρι τους.
Τον «Μάρτη»τον βγάζουμε από το χέρι μας, όταν δούμε το πρώτο χελιδόνι ή πελαργό, τον βάζουμε κάτω από μία πέτρα κάνοντας συγχρόνως και μία ευχή ή πάλι τον κρεμάμε στον φράχτη της αυλής, να τον πάρουν τα χελιδόνια και να χτίσουν τη φωλιά τους. (Λύκειο Ελληνίδων Σερρών)




Σε πολλές περιοχές της χώρας μας, την πρώτη Μαρτίου ή στις 21 Μαρτίου, ημέρα της εαρινής ισημερίας, τα παιδιά γυρνάνε στα σπίτια κρατώντας ένα αρθρωτό ομοίωμα χελιδονιού, την «χελιδόνα», και τραγουδούν ένα είδος καλάντων, τα χελιδονίσματα. Το έθιμο της χελιδόνας, έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα, και επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας σε πολλά μέρη της Ελλάδας όπως Ήπειρο, Μακεδονία, Θράκη και Δωδεκάνησα.
 
Την «χελιδόνα» σε κάποιες περιοχές την στολίζουν με φύλλα κισσού, που είναι χαρακτηριστικό της αειθαλούς βλάστησης, σε άλλες, με ζουμπούλια ή άλλα ανοιξιάτικα λουλούδια, κι αλλού της κρεμούν κουδουνάκια και πολύχρωμα χαρτιά.
 
Οι «Χελιδονιστές», οι οποίοι ήταν κυρίως παιδιά αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις ενήλικες, γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας τραγούδια για τον ερχομό των χελιδονιών. Παλιά, οι νοικοκυρές έδιναν στα παιδιά λάδι, κρασί, αλεύρι, σιτάρι, αυγά και σε λίγες περιπτώσεις χρήματα. Τα λεφτά καθώς και ότι προϊόντα μάζευαν τα παιδιά τα αφιέρωναν στην εκκλησία.
 
Κάποια «χελιδονίσματα» χαιρετίζουν το έαρ, την άνοιξη και απαγγέλλουν στίχους, για να διώξουν τον χειμώνα ή τον τελευταίο μήνα του, τον Φλεβάρη.
 
«Ιδε το έαρ το γλυκύ πάλιν επανατέλλει, φέρον υγείαν και χαράν και την ευημερίαν». Το δίστιχο αυτό, έχει ηλικία πάνω από 11 αιώνες και ήταν η αρχή από ένα «άσμα ευχετήριον» για τον Βυζαντινό αυτοκράτορα, που το λέγανε τα «μέρη» (οι φατρίες, οι Πράσινοι και οι Βένετοι), στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης, πριν αρχίσουν οι ανοιξιάτικοι ιππικοί αγώνες, το λεγόμενο «μακελλαρικόν ιπποδρόμιον» ή «Λουπερκάλιον», από την ομώνυμη ρωμαϊκή γιορτή.
 
«Ήλθε ήλθε χελιδών, καλάς ώρας άγουσα, καλούς ενιαυτούς, επί γαστέρι λευκά κηπί (και επί) νώτα μέλαινα». Και η χελιδόνα, με την μαύρη ράχη και την άσπρη κοιλιά, ξεκινώντας από την ειδωλολατρική Ελλάδα και πετώντας ασταμάτητα, από άνοιξη σε άνοιξη, για αιώνες ολόκληρους, πέρασε από το Βυζάντιο, και συνεχίζοντας το ταξίδι της έφτασε μέχρι τις ημέρες μας και κελαηδά ακόμα. Χελιδόνιν έρχεται, θάλασσαν απέρασε, τη φωλιά θεμέλιωσε, κάθισε και ελάλησε : - Μάρτη , Μάρτη χιονερέ και Φλεβάρη βροχερέ, ο Απρίλης ο γλυκύς έφτασε, δεν είν' μακρύς.
 
Τα πουλάκια κελαηδούν, τα δεντράκια φυλλανθούν, τα ορνίθια να γεννούν αρχινούν και να κλωσούν. Τα κοπάδια ξεκινούν ν΄ ανεβαίνουν στα βουνά, τα κατσίκια να πηδούν και να τρώγουν τα κλαδιά. Έπαψαν τα παγητά και τα χιόνια κι ο βοριάς. Μάρτη , Μάρτη χιονερέ και Φλεβάρη λασπερέ ήρθ' ο Απρίλης ο καλός.
 
Ήρθε πάλι η Χελιδόνα, ήρθε πάλι η Μελιδόνα απ' τη θάλασσα μακριά και μας έφερε καλά, τη δροσιά και τη χαρά και τα κόκκινα αυγά. Χελιδόνα έρχεται απ' την Άσπρη Θάλασσα θάλασσαν επέρασε και σπυρί κονόμησε κάθισε και λάλησε. Χελιδόνι μου γοργό, που 'ρθες απ' την έρημο, τι καλά μας έφερες;
 
- Την υγεία και τη χαρά και τα κόκκινα τ' αυγά.
 
Το Μάη λαλούν οι πέρδικες, το Μάη λαλούν τ' αηδόνια
 
Το Μάη κατεβαίνουνε στις βρύσες τα τρυγόνια.
 
Το Μάη εγεννήθηκα και μάγια δεν φοβώμαι εκτός αν με μαγέψουνε στην κλίνη που κοιμώμαι.
 
Ήρθε, ήρθε χελιδόνα, ήρθε κι άλλη μελιηδόνα, κάθισε και λάλησε και γλυκά κελάδησε.
 
«Μάρτη, Μάρτη μου καλέ, και Φλεβάρη φοβερέ, κι αν φλεβίσεις κι αν τσικνίσεις, καλοκαίρι θα μυρίσεις.
 
Χελιδόνα έρχεται απ' τη μαύρη θάλασσα πύργον εθεμελίωσε.
 
Κάθισε και λάλησε και γλυκά κελάηδησε! Μάρτη, Μάρτη μου καλέ και Φλεβάρη θλιβερέ, ο Απρίλης ο γλυκής έφτασε σε 'ναι μακρύς!
 
Μώρ' κυρά, καλή κυρά, έμπα στο κελάρι σου, φέρ' αυγά σαρακοστιανά, ώσπου νά' ρθ' η Πασχαλιά, με τα κόκκινα τ' αυγά.
 
*Στην Θεσσαλονίκη*
 
Μάρτης μας ήρθε, καλώς μας ήρθε
 
τα χελιδόνια έρχονται από την Αραβία,
 
μας φέρνουνε την άνοιξη κι όλο το καλοκαίρι
 
και 'μεις για τούτο ήρθαμε, να πούμε καλημέρα
 
και να παρακαλέσουμε Χριστό και Παναγία
 
να μας βοηθά παντοτινά και όλοι με υγεία. Και του χρόνου!
 
*Στην Σάμο*
 
Δόνι, χελιδόνι ήρθες, καλώς ήρθες. Φκιάσε τη φωλιά σου κάμε τα πουλιά σου φκιάστηνε στο σπίτι κανένας δεν τη γκίζει. Το χελιδόνι το πουλί πάει πέρα κι' έρχεται πάει και ξανάρχεται στήνει μήνυμα και λέει πως είναι καλοκαίρι.
 
*Στην Ρόδο*
 
Το χελιδόνιμ πέπεται πάει και πάλιν έρκεται και τραγουδά και χαίρεται και φέρνει μας μήνυμα(ν) πως είναιν άνοιξη καιρού και άρχιση καλοκαιριού Και εσείς εμάς τον κόπο μας να μας πληρώσετε πολλά κοσάρια, γρόσια και αυγά όχι από ένα κι' από δυο αλλά από έξη κι' απ' οχτώ. Ήρθε, ήρθε χελιδόνα, φέρνοντας καλοκαιριά και καλή χρονιά, στην κοιλιά της άσπρη και στη ράχη μαύρη.
 
*Στην Κρήτη*
 
Ο Μάρτης ήρθε με χαρές και με δροσιές γεμάτος, όλα τα έχνη τα κακά να μη φανεί η φανιά ντως, όξω ψύλλοι και κοργοί, όφιδες και μποντικοί κολισαύρες και λιακόνια, όξω απού τ΄ αφεντικού το στρώμα. Το χελιδόνι νάρχεται , στο σπίτι να φωλεύγει, και να του δίδετε θροφή να παίρνει να μισέβγει να πηαίνει εις την έρημο, να είναι φορτωμένο, να τρώει να ευφραίνεται κι αυτό το βλοημένο δώτε και μας τον κόπο μας, ό,τι είναι ο ορισμός σας και ο Χριστός μας πάντοτε να είναι ο βοηθός σας, χρόνους πολλούς να ζήσετε, πάντα ευτυχισμένοι σωματικά και ψυχικά να είστε ευτυχισμένοι .
 
 

Η Αρχαία Ελλάδα καλά κρατεί.

Το τέλος του Χειμώνα και τον ερχομό των χελιδονιών γιόρταζαν τα παιδιά από την Αρχαιότητα με τα «χελιδονίσματα». Ο συγγραφέας Αθηναίος (+2ος αιώνας) έχει διασώσει ένα «χελιδόνισμα» που τραγουδούσαν τα παιδιά στη Ρόδο. Κρατώντας ένα ομοίωμα χελιδονιού, τριγύριζαν στην πόλη και ζητούσαν φιλέματα.
Στα πρώτα βυζαντινά χρόνια, το Ελληνικό έθιμο της χελιδόνας θεωρήθηκε ειδωλολατρικό και απαγορεύτηκε από την εκκλησία. Παρ’ όλα αυτά όμως τα παιδιά συνέχιζαν να τραγουδούν τον ερχομό της Άνοιξης και έτσι το έθιμο διατηρήθηκε όπως ακριβώς και στην Αρχαιότητα. Σε κάθε μεριά της Ελλάδας, την 1η του Μάρτη τα παιδιά ξεχύνονταν στους δρόμους για να καλωσορίσουν τα χελιδόνια τους, τους αγγελιοφόρους της Άνοιξης. Κρατούσαν στα χέρια τους ένα ξύλινο χελιδόνι και του κρεμούσαν στο λαιμό κουδουνάκια. Πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και έλεγαν τα «χελιδονίσματα» ενώ τα κουδουνάκια συνόδευαν το τραγούδι τους.
 
 
 

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

 Συνεχίζουμε να προτείνουμε βιβλία για παιδιά αλλά και για γονείς που νιώθουν παιδιά. Το βιβλίο βοηθά τα παιδιά να ζήσουν μέσα σ' ένα μαγικό κόσμο, μακριά από ηλεκτρονικές παγίδες.



Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ
Εκδότης: ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

27 Οκτωβρίου 1940: θα τη θυμάται αυτή τη μέρα ο Πέτρος γιατί πέθανε το τριζόνι του. Θα τη θυμάται γιατί την επομένη ακούει τη φωνή της μητέρας του να λέει: «Σήκω... έγινε πόλεμος. Δεν ακούς τις σειρήνες;» Όταν οι Ιταλοί έφτασαν στο κατώφλι της Ελλάδας, ο Πέτρος ήταν εννιά χρονών, είχε μια χελώνα για κατοικίδιο και γνώριζε τον πόλεμο μόνο μέσα από τα βιβλία. Τώρα όμως τον βιώνει κάθε μέρα, μαζί με τους γονείς του, τον παππού του και τη μεγαλύτερη αδελφή του, την Αντιγόνη, αρχίζοντας έναν μεγάλο περίπατο - μια βόλτα στην Αθήνα της Κατοχής.........
 
ΕΝΑ ΚΑΣΤΡΟ ΓΕΜΑΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΑ
Εκδότης: ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Σε ένα μεγάλο κάστρο ζει ένας πολύ τεμπέλης γίγαντας, που βάζει άλλους να δουλεύουν για εκείνον χωρίς ανταμοιβή. Κάποτε καλεί τα παιδιά από τα γύρω χωριά για να δουλέψουν, ξεγελώντας τα με παιχνίδια και λιχουδιές. Τα παιδιά πέφτουν στην παγίδα και δουλεύουν ασταμάτητα, μέχρι που ένα από αυτά καταφέρνει να κάνει τον γίγαντα να σκεφτεί το λάθος του. Η ιστορία αυτή βασίζεται στην Ένατη Αρχή της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Παιδιού, σύμφωνα με την οποία κανένα παιδί δεν πρέπει να εργάζεται μέχρι μια συγκεκριμένη ηλικία, ενώ όλα τα παιδιά ............
 
 
 
ΠΟΥ ΠΗΓΑΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ;
Εκδότης: ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Η Λιλή απεχθάνεται να τρώει φρούτα, ο Λουκάς να πέφτει νωρίς για ύπνο και η Λούκια να κάνει μπάνιο. Τα τρία παιδιά αποφασίζουν να απαλλαγούν από τα προβλήματά τους, ζητώντας τη βοήθεια μιας μάγισσας για να εξαφανίσουν τους γονείς τους. Τι γίνεται όμως όταν τα καταφέρνουν; Η ιστορία αυτή βασίζεται στην Έκτη Αρχή της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Παιδιού, σύμφωνα με την οποία κάθε παιδί πρέπει να απολαμβάνει αγάπη και γονική φροντίδα για την πλήρη και αρμονική ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)...
 
Η ΤΡΕΛΗ ΑΠΟΚΡΙΑ
Ενώ οι χαρούμενοι μασκαράδες γλεντάνε, ένας αληθινός δράκος ορμάει να τους φάει! Στην αρχή, όλοι τον νομίζουν μασκαρά. . . Ύστερα όμως, η κατάσταση γίνεται απειλητική. . . Είναι μια φάρσα κατάλληλη να παιχτεί από κάθε ηλικίας παιδιά. Το έργο, με ζωηρούς ρυθμούς, σε παραφορά κεφιού, γελοιοποιεί το φόβο και τον εξουδετερώνει. (. . .) (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)...
 
Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΑΙ Τ' ΑΗΔΟΝΙ
Σε παραμυθένιους τόπους, την πολύ παλιά εποχή, τα πουλιά με τους ανθρώπους ζούσαν όμορφα μαζί. Κι όλα πήγαιναν ωραία, κι όλα πήγαιναν καλά, ώσπου κάνανε αφέντη έναν κουτοβασιλιά! (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)...

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

ΑΠΟΚΡΙΕΣ
ΓΕΡΟΙ ΚΑΙ ΚΟΡΕΛΕΣ ΣΚΥΡΟΣ

ΓΕΡΟΙ ΚΑΙ ΚΟΡΕΛΑ-ΣΚΥΡΟΣ
ΜΠΟΥΛΕΣ-ΝΑΟΥΣΑ ΗΜΑΘΙΑΣ



 Χοιροσφάγια

Μια εβδομάδα πριν από την Τσικνοπέμπτη, με το άνοιγμα του Τριωδίου ξεκινούσε η διαδικασία της σφαγής των γουρουνιών, τα χοιροσφάγια. Γι'αυτό η εβδομάδα αυτή ονομαζόταν και σφαγαριά.
Στα παλιά τα χρόνια, κάθε σπίτι έτρεφε για ένα χρόνο το γουρουνόπουλό του. Ένα καλό γουρούνι για «χοιροσφαγή» έφτανε τα 100 με 150 κιλά. Όλο το χρόνο ταϊζόταν με καλαμπόκι, πίτουρα κουρκούτι, σγόρτσα (άγρια αχλάδια), βελανίδια και αποφάγια του σπιτιού (παμφάγο).
Το σφάξιμο του γουρουνιού γινόταν την περίοδο των Απόκρεω, την πρώτη εβδομάδα του Τριωδίου, την σφαγαριά. Ήταν γιορτή για όλο το χωριό. Οι κάτοικοι σχημάτιζαν φιλικές συντροφιές και έσφαζαν «χαλάγαν» με τη σειρά τα χοιρινά τους.

Πρώτη μέρα

Ένα επιδέξιος σφαγέας έσφαζε το γουρούνι. Η σφαγή γινόταν με μαχαίρι ή με όπλο (δίκανο).
Μετά το σφάξιμο του βάζαν ένα λεμόνι στο στόμα, το λιβάνιζαν και το σκέπαζαν για φύγει το κακό σπυρί (αν είχαν επάνω τους). Ο σφάχτης πηδούσε τρεις και τρεις φορές και στη συνέχεια από μια η οικογένεια. Το κεφάλι θα το κρεμάσουν για το καλό του σπιτιού. Αλλού πάλι χάραζαν ένα σταυρό στο στήθος και πάνω στις σχισμές τοποθετούσαν αναμμένα κάρβουνα και λιβάνι.
Τα μικρά χοιρινά τα έκαναν μαδητά, τα μεγάλα τα έγδερναν εκτός από την κοιλιά.
Ο πρώτος μεζές στα κάρβουνα ηταν ο «καρούτσαφλος», (ο λάρυγγας, το καρύδι του χοιρινού) συνοδευόμενος από κρασί, μπομποτοκουλούρα, «χρόνια πολλά» και «ο θεός να σχωρέσει τις ψυχές» των νεκρών. Ιδιαίτερα τον πρόσφεραν στον σφαγέα.
Από δω, ίσως βγήκε, και η παροιμιακή φράση «θα σου φάω τον καρούτσαφλο ή το λαρύγγι».
Αλλού σαν πρώτο μεζέ χρησιμοποιούσαν το κομμάτι το κρέας που ψήθηκε στον σταυρό με τα κάρβουνα και το λιβάνι.
Οι γυναίκες ετοίμαζαν το συκώτι του γουρουνιού με ψιλοκομμένο κρεμμύδι, έναν πολύ νόστιμο μεζέ.
Τα παιδιά έβαζαν ένα κόκκινο σταυρό από το αίμα του γουρουνιού, για να μην τους τρώνε τα κουνούπια το καλοκαίρι. Απ' το αίμα θα φοβούνταν τα κουνούπια και δεν θα τους τσιμπούσαν.
Τη «φούσκα» (κύστη) την έτριβαν στη στάχτη, τη φούσκωναν, έριχναν σπυριά από αραποσίτι κι έπαιζαν. Οι μεγάλοι τη χρησιμοποιούσαν για καπνοσακούλα. Τη «χολή» του ασήμαδου μαύρου γουρουνιού τη βάζαν για φυλαχτάρι στα ζώα ή πότιζαν τις γκαστρωμένες φοράδες για να μην απορρίξουν.
Την «πυτιά» την κομμάτιαζαν. Ρίχναν ξύδι, λάδι, σκόρδο, αλάτι, ούζο και την ξεραίνουν στον ήλιο. Την κρεμούν μέσα σε σακούλι στην καπνιά του παραγωνιού και την ρίχνουν στο τυρί για πήζει.

Δεύτερη μέρα

Οματιά

Τη δεύτερη μέρα ετοίμαζαν την «οματιά». Έπαιρναν τα χοντρά έντερα, σε μήκος 60 έως 80 εκ. τα έπλεναν καλά. Τα γέμιζαν με: μισοστουμπισμένο και μισοβρασμένο σιτάρι, σταφίδες, πορτοκαλόφλουδες, μυρωδικά και μπαχαρικά. Τα έβαζαν σε «τεψιά» με λίπος από την μαδημένη κοιλιά «σγόρτσα» και την έψηναν στο φούρνο. Ήταν νόστιμη. Τρώγονταν ζεστή ή κρύα.
Από την ψημένη «οματιά» έστελναν και στις οικογένειες που δεν είχαν ή δεν έσφαξαν το δικό τους χοιρινό.

Πηχτή ή ποδομούτσουνα

Μια επιπλέον γαστρονομική απόλαυση της «σφαγαριά» τα ποδομούτσουνα που κάναν την πηχτή.
Καθάριζαν καλά πόδια και κεφάλι. Τα κομμάτιαζαν, τα έβραζαν, τα ξεκοκκάλιαζαν, εκτός των ποδιών, τα κομμάτιαζαν σε «μπουκιές», τα ξανάβραζαν με στουμπισμένο σκόρδο και ξύδι «σκορδοστούμπι», αλάτι και πιπέρι. Έτσι ετοιμαζόταν η πηχτή που έπηζε σαν κρύωνε, (μέσα σε πιάτο ή σε λαγήνα για αργότερα) και κοβόταν με το μαχαίρι. Νοστιμότατη, με άρωμα σκόρδου και νοστιμιά ξυδιού.

Τα λουκάνικα

Τα ψιλά έντερα, πλυμένα και γυρισμένα, σε μήκος ενός περίπου μέτρου, τα «ξεθέρμιζαν», τα φούσκωναν, τα έδεναν στις άκρες και τα κρεμούσαν σε ένα οριζόντιο καλάμι για να ξεραθούν. Με αυτά φτιάχνανε τα λουκάνικα. Γέμιζαν τα έντερα με κρέας β΄κατηγορίας, κομμένο και λιανισμένο πάνω σε κρεατοκόφτη. Έριχναν ψιλοκομμένο κρεμμύδι, κοπανισμένα μπαχαρικά (κανέλα, γαρύφαλλα, πιπέρι μαύρο) λίγη ψιλοκομμένη πιπεριά, πορτοκαλόφλουδα, αλάτι και ότι άλλο αρωματικό. Όλα αυτά τα μισοέβραζαν, πριν βάλουν με χωνί τη γέμιση ζεματούσαν τα λουκάνικα για να καθαρίσουν και να μαλακώσουν. Γεμισμένα και τρυπημένα τα βουτούσαν σε ζεστό νερό για φύγει ο αέρας, που τυχόν θα έμενε. Ύστερα τα κρεμούσαν κατά προτίμηση μέσα στο τζάκι, για να στεγνώσουν γρηγορότερα. Γινόταν πικάντικα. Τρωγόταν ψητά ή έμπαιναν στο παστό που ετοιμαζόταν την Τσικνοπέμπτη.

Το «ξεφόρτιασμα»

Τη δεύτερη μέρα μετά το γδάρσιμο «ξεφόρτιαζαν» το σφαχτό, δηλ. αφαιρούσαν το στρώμα λίπους που είχε στη ράχη, με λωρίδες «φέρτσες», από πάνω προς τα κάτω, καθώς ήταν κρεμασμένο από τα πισινά του πόδια.
Το λίπος το κομμάτιαζαν, το έβαζαν στο νερό, που το άλλαζαν δυο φορές, για να γίνει «άσπρη αλοιφή», το αλάτιζαν και το άφηναν για «να το πιάσει το αλάτι». Το ξύγκι, «το πλαστήρι» το έβαζαν χωριστά. Με το «ξεφόρτιασμα» κομμάτιαζαν το κρέας, διάλεγαν το καλό για το «παστό», το αλάτιζαν, έριχναν ρίγανη και το άφηναν μερικές μέρες «να το πιάσει το αλάτι».

Ήθη και έθιμα Αποκριάς σε όλη την Ελλάδα

Στην Ξάνθη το τελευταίο τριήμερο της αποκριάς με το "κάψιμο του Τζάρου" στη γέφυρα του ποταμού Κόσυνθου. Σύμφωνα με την παράδοση, ο "Τζάρος" ήταν ένα κατασκευασμένο ανθρώπινο ομοίωμα, τοποθετημένο πάνω σε πουρνάρια.
Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, οι κάτοικοι τον καίνε, ώστε το καλοκαίρι να μην υπάρχουν ψύλλοι. Ακολουθεί η ρίψη εκατοντάδων πυροτεχνημάτων που κάνουν τη νύχτα μέρα.
Στη Νάουσα, κάθε χρόνο αναβιώνει το έθιμο "Γενίτσαροι και Μπούλες" που έχει τις ρίζες του στην Τουρκοκρατία.
Οι Γενίτσαροι φορούν φουστανέλες, τσαρούχια, μάλλινες μακριές κάλτσες και γιλέκο, ενώ στο πρόσωπο φέρουν κερωμένο πανί με ζωγραφιστό μουστάκι. Στο κεφάλι, στη μέση και στο χέρι τους δένουν από ένα μαντήλι, ενώ στο λαιμό κρεμούν σταυρό και αλυσίδα με φυλακτό.
Οι Μπούλες είναι επίσης άνδρες, ντυμένοι με γυναικεία ρούχα και στο πρόσωπο φορούν βαμμένες μάσκες. Σύμφωνα με το έθιμο, τα χρόνια της τουρκοκρατίας οι αρματολοί έβρισκαν στις Απόκριες την ευκαιρία να κατέβουν στην πόλη μασκαρεμένοι και να γλεντήσουν με συγγενείς και φίλους, χωρίς να φοβούνται ότι θα τους αναγνωρίσουν οι Τούρκοι.
Στην Κοζάνη, ζωντανεύει ο "Φανός", τον οποίο ανάβει ο δήμαρχος στο κέντρο της πόλης και γύρω του στήνονται οι χοροί. Χορεύουν και τραγουδούν τα "Ξιανέντραπα" αλλά και τραγούδια κλέφτικα, της αγάπης και της ξενιτιάς. Η γιορτή κορυφώνεται τα ξημερώματα της Καθαρής Δευτέρας, που βραβεύονται οι καλύτεροι Φανοί.
Στο Σοχό του νομού Θεσσαλονίκης εμφανίζονται οι Κουδουνοφόροι, κατάλοιπο της διονυσιακής λατρείας. Με τραγόμορφες στολές και κουδούνια σε όλο το σώμα τους, χορεύουν στους δρόμους και τις πλατείες. Πρόκειται για μια "αναίμακτη θυσία στους νεκρούς", ενώ οι εκδηλώσεις της Απόκριας κλείνουν με το έθιμο των μετανοιών. Οι μεγαλύτεροι δίνουν άφεση αμαρτιών στους μικρότερους που με πολύ σεβασμό επισκέπτονται τους μεγαλύτερους, τους φιλούν το χέρι και τους προσφέρουν ένα πορτοκάλι.
Στην Καστοριά, οι κάτοικοι ανάβουν μεγάλες φωτιές, τις "Μπουμπούνες", γύρω από τις οποίες στήνεται χορός με την συνοδεία παραδοσιακών τοπικών σχημάτων. Στο τέλος, οι πιο τολμηροί πηδάνε πάνω από τη θράκα.
Έθιμο της ίδιας βραδιάς είναι και ο "χάσκαρης". Στην άκρη ενός πλάστη δένεται μία κλωστή και στην άκρη της κλωστής ένα βρασμένο αβγό. Ο αρχηγός της οικογένειας κρατά τον πλάστη και τον κατευθύνει στα στόματα των μελών, οι οποίοι προσπαθούν να το "χάψουν".
Στο Λιτόχωρο Πιερίας αναβιώνουν έθιμα που έχουν σκοπό τον εξαγνισμό των κακών πνευμάτων και της κακοτυχίας. Αυτό επιτυγχάνει ο Χορός των βωμολόχων που περιδιαβάζει όλο το χωριό με πειράγματα για όλους τους περαστικούς. Το βράδυ της Κυριακής της Αποκριάς ανάβουν τα κέδρα στις γειτονιές, γύρω από τις οποίες στήνεται ξέφρενο γλέντι.
Στη Νέα Χαλκηδόνα Θεσσαλονίκης, αναβιώνει το έθιμο του γιαουρτοπόλεμου, που έχει τις ρίζες του στη Μικρά Ασία.
Στη Δημητσάνα οι απόκριες κορυφώνονται με το κάψιμο του «μακαρονά».
Στη Σκύρο αναβιώνει το έθιμο του "γέρου και της Κορέλας". Άντρες φορούν την παραδοσιακή φορεσιά του σκυριανού βοσκού και στη μέση τους κρεμούν μεγάλες κουδούνες.
Στη Νάξο, οι άντρες φορούν φουστανέλες και μάσκες και τριγυρνούν στις γειτονιές χορεύοντας και τραγουδώντας.

Αλμυροκουλούρα

Τη νύχτα πριν την «Κυριακή της Τυρινής», τα κορίτσια ανακατεύουν αλεύρι, πολύ αλάτι και νερό και ψήνουν το μείγμα του ψωμιού που λέγεται «αλμυροκουλούρα» (δηλαδή πολύ αλμυρό ψωμί). Τα κορίτσια το τρώνε και πιστεύουν ότι τον άντρα που θα ονειρευτούνε εκείνο το βράδυ αυτόν και θα παντρευτούνε.
Η αναβίωση του γάμου που άφησε εποχή στη Μεθώνη τόσο για τα χρόνια που περίμενε το ζευγάρι για να ζήσει το πολυπόθητο μυστήριο, όσο και για το γλέντι που δικαίως ακολούθησε, γίνεται κάθε χρόνο την Καθαροδευτέρα στις μία το μεσημέρι στην πλατεία σιντριβανιού της παραλίας.
Το γεγονός είναι πραγματικό και σύμφωνα με ιστορικές πηγές συνέβη τον 14ο αιώνα. Πρωταγωνιστής της απίθανης αυτής ιστορίας ήταν ο ιππότης Ιωάννης Κουτρούλης, ο οποίος, τρελά ερωτευμένος με συμπατριώτισσά του, δε μπορούσε να τη νυμφευθεί γιατί ήταν ήδη παντρεμένη. Η όμορφη Μεθωναία, της οποίας το όνομα δεν έχει σωθεί και την οποία οι μεταγενέστεροι ονόμασαν Αρσάννα, δεν μπορούσε να πάρει διαζύγιο γιατί δεν το επέτρεπε ο Χριστιανός Επίσκοπος της πόλης Νήφων. (Μεθώνη)Τελικά μετά από 17 χρόνια οι δύο ερωτευμένοι, καταφεύγοντας στον ίδιο τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, πήραν την άδεια και παντρεύτηκαν. Προϋπόθεση βέβαια που έθεσε ο Πατριάρχης ήταν οι δύο Μεθωναίοι να μην είχαν ήδη συνάψει σχέσεις, όπως και διαπιστώθηκε. Στο γλέντι που ακολούθησε ήταν φυσικό να γίνει......του "Κουτρούλη ο Γάμος". Η φαντασία των οργανωτών, όσο περνούσαν τα χρόνια, δημιούργησε νέα δεδομένα και καταστάσεις που έκαναν το γάμο της εποχής εκείνης πασίγνωστο σε όλη την Ελλάδα. Και μέσα από την ιστορία της εποχής εκείνης γίνεται αναφορά στην εποχής μας και με έντονη σατιρική διάθεση διακωμωδούνται σημερινά γεγονότα καθώς επίσης και η νύφη με πολλά γαργαλιστικά στιχάκια.
Πανάρχαιο έθιμο με ρίζες στη λατρεία του θεού Διόνυσου. Διατηρείται μέχρι σήμερα σε αρκετά μέρη της Μακεδονίας και ιδιαίτερα στα βλαχοχώρια όπως η Καρίτσα, το Λιβάδι και άλλα. Το έθιμο έχει σχέση με τον εξορκισμό των κακών πνευμάτων, ο οποίος επιτυγχάνεται με το φοβερό θόρυβο των κουδουνιών όπως θα δούμε παρακάτω. Την ημέρα λοιπόν της Πρωτοχρονιάς νέοι του χωριού φορούσαν μάσκες κατασκευασμένες από δέρμα προβάτου συνήθως.
Οι μάσκες αυτές ήταν απαίσιες στην εμφάνιση και σκοπό είχαν να τρομάξουν τα κακά πνεύματα που τριγύριζαν στο χωριό και που είχαν μοναδικό σκοπό να το βλάψουν. Γύρω από τη μέση τους, σε μια φαρδιά ζώνη, κρεμούσαν μεγάλα κουδούνια. Με τα κουδούνια λοιπόν κρεμασμένα γύριζαν όλο το χωριό κουνούντας τα με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένας φοβερός θόρυβος ικανός να διώξει κάθε ξωτικό ή κακό πνεύμα. Παππούδες μας είπαν πως πολλά αγόρια ντύνονταν γουρούνια και γύριζαν στο χωριό έχοντας κι αυτοί τον ίδιο σκοπό με τα "Μπαμπαλιούρια". Παράλληλα κάποιος που έπαιζε γκάιντα και γύριζε μαζί με τους μεταμφιεσμένους στα σπίτια και έλεγαν διάφορα τραγούδια. Παράδειγμα σε σπίτι που είχαν κόρη για παντρειά έλεγαν το τραγούδι
Ν' εδώ κόρη για παντρειά, κόρη για αρραβώνα
Όταν τέλειωναν όλα τα σπίτια του χωριού πήγαιναν στην πλατεία όπου και χόρευαν μαζί με όλους τους κατοίκους του χωριού. Το γλέντι βέβαια συνεχιζόταν μέχρι πρωίας σε σπίτια συγγενών και φίλων στο χωριό
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΚΕΨΗΣ


Στις 13 Μάρτη έχει προγραμματιστεί  να επισκεφθούν οι Γ΄,Δ΄,Ε΄,ΣΤ΄ του σχολείου μας το Βυζαντινό-Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών ,συνοδεία των δασκάλων των τάξεων και της εκπαιδευτικού εικαστικών του σχολείου.

 
Το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, με έδρα την Αθήνα, είναι ένα από τα εθνικά μουσεία της χώρας και ένα από τα σημαντικότερα μουσεία διεθνώς για την τέχνη και τον πολιτισμό των βυζαντινών και μεταβυζαντινών χρόνων. Διαθέτει περισσότερα από 25,000 αντικείμενα, οργανωμένα σε συλλογές, τα οποία χρονολογούνται από τον 3ο έως τον 20ό αιώνα και προέρχονται κυρίως από τον ευρύτερο ελλαδικό, μικρασιατικό και βαλκανικό χώρο.
Το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, στην κατεύθυνση ενίσχυσης του μορφωτικού του ρόλου, ξεκίνησε το 1989 τη δραστηριοποίησή του στον τομέα του σχεδιασμού και της υλοποίησης εκπαιδευτικών προγραμμάτων.

Από το 2000, με τη δημιουργία Γραφείου Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων, το Μουσείο επιχειρεί να συστηματοποιήσει και να διευρύνει την εκπαιδευτική δράση του. Βασικός στόχος είναι η οργανωμένη υποστήριξη διαφορετικών κατηγοριών επισκεπτών, μέσα από την επεξεργασία πολλαπλών ερμηνευτικών-εκπαιδευτικών προτάσεων. Παράλληλα, το Γραφείο συμβάλλει από τη δική του πλευρά στην προσπάθεια αναβάθμισης του ευρύτερου μορφωτικού και επικοινωνιακού χαρακτήρα του Μουσείου.

Στην κατεύθυνση αυτή το Γραφείο Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων:
  • Συμμετέχει στις επιστημονικές ομάδες σχεδιασμού των εκθέσεων και των άλλων εξώστρεφων δράσεων του Μουσείου.
  • Σχεδιάζει και υλοποιεί θεματικά οργανωμένα εκπαιδευτικά προγράμματα για σχολικές ομάδες όλων των βαθμίδων, αξιοποιώντας τόσο τη μόνιμη όσο και τις περιοδικές εκθέσεις.
  • Οργανώνει επιμορφωτικές συναντήσεις για εκπαιδευτικούς.
  • Σχεδιάζει και υλοποιεί ερμηνευτικές-εκπαιδευτικές δράσεις για οικογένειες.
  • Σχεδιάζει προσαρμοσμένες εκπαιδευτικές δράσεις για διαφορετικές ομάδες ΑμεΑ.
  • Σχεδιάζει προσαρμοσμένες ερμηνευτικές-εκπαιδευτικές δράσεις για ποικίλες ομάδες ενηλίκων.
  • Σχεδιάζει και διακινεί εκπαιδευτικό υλικό.
  • Αναπτύσσει συνεργασίες με εκπαιδευτικούς και πολιτιστικούς φορείς.
Το Βυζαντινό Μουσείο παρουσιάζει την πλουσιότερη και αντιπροσωπευτικότερη συλλογή έργων βυζαντινής τέχνης, που έχουν την προέλευσή τους από ολόκληρη την Κύπρο. 
  Η συλλογή έχει ως πυρήνα σαράντα οκτώ εικόνες, που προέρχονται από ναούς απ’  όλη την Κύπρο και από το Συνοδικό του ναού της Παναγίας Φανερωμένης, το οποίο προοριζόταν να φιλοξενήσει αρχικά το Παγκύπριο Βυζαντινό Μουσείο. 
  Οι εικόνες αυτές παρουσιάστηκαν στην έκθεση «Tresors de Chypre» , που έγινε στο Παρίσι το 1967 και μεταφέρθηκε έπειτα σε διάφορες ευρωπαικές πόλεις.  Χάρις σ’  αυτή την έκθεση διασώθηκαν και εκτίθενται σήμερα στο Βυζαντινό Μουσείο σημαντικές εικόνες από το κατεχόμενο μέρος της Κύπρου.    
   Στο Βυζαντινό Μουσείο παρουσιάζονται περίπου 230 εικόνες από τον 9ο μέχρι το 19ο αιώνα, αποτοιχισμένες τοιχογραφίες από το 10ο αιώνα, καθώς επίσης και αντιπροσωπευτικά δείγματα της βυζαντινής μικροτεχνίας της Κύπρου, όπως ιερά κειμήλια, σκεύη και άμφια, που εκτίθενται σε τρεις μεγάλες αίθουσες στο ισόγειο του Πνευματικού και Πολιτιστικού Κέντρου του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄